Ουρανοξύστες: όταν οι πόλεις κοιτούν ψηλά
Όταν σκεφτόμαστε τη Νέα Υόρκη, το Χονγκ Κονγκ, τη Σαγκάη ή το Ντουμπάι, αυτόματα μας έρχεται η εικόνα μιας πόλης με πανύψηλα κτίρια και ορίζοντα που κόβει την ανάσα. Όμως οι ουρανοξύστες δεν ήταν πάντα τόσο αυτονόητοι και δεδομένοι.
Ήταν μια επιλογή που ήρθε με τη βιομηχανική επανάσταση. Η τεχνολογία έφερε τους ατσάλινους σκελετούς και το ασανσέρ, η ραγδαία ανάπτυξη των πόλεων έφερε την ανάγκη για ανάπτυξη προς τα πάνω και η ανθρώπινη φιλοδοξία έκανε όλα τα υπόλοιπα. Έτσι, άλλαξε για πάντα ο τρόπος που χτίζουμε, ζούμε και φανταζόμαστε την πόλη.
Στη μάχη για την κατάκτηση των αιθέρων
Η ιστορία των ουρανοξυστών ξεκινά τo 1885 στο Σικάγο, μια πόλη που ουσιαστικά μετατράπηκε σε λευκό καμβά μετά τη Μεγάλη Πυρκαγιά του 1871. Η ανάγκη για γρήγορη ανοικοδόμηση, οι τεχνολογικές εξελίξεις και η συγκέντρωση καινοτόμων αρχιτεκτόνων δημιούργησαν τις ιδανικές συνθήκες για πειραματισμό.
Το Home Insurance Building, με μόλις 10 ορόφους και ύψος περίπου 42 μέτρα ίσως δεν εντυπωσιάζει με τα σημερινά δεδομένα, αλλά άνοιξε έναν νέο δρόμο. Ως το πρώτο κτίριο που χρησιμοποίησε ατσάλινο σκελετό αντί για φέρουσες τοιχοποιίες, απέδειξε ότι το ύψος δεν ήταν πλέον ζήτημα αντοχής υλικών αλλά τόλμης και οράματος.
Η Νέα Υόρκη πήρε γρήγορα τη σκυτάλη. Με πολύ μεγαλύτερη οικονομική ισχύ και έντονη έλλειψη χώρου στο Μανχάταν, η κατακόρυφη ανάπτυξη έγινε όχι απλώς επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Το FlatironBuilding (1902) με το τριγωνικό του σχήμα έγινε αμέσως σύμβολο της σύγχρονης πόλης. Το 1930, το Chrysler Building κατάφερε να κερδίσει τον τίτλο του ψηλότερου κτιρίου με ύψος 319 μέτρα, χάρη στην τεράστια μεταλλική κεραία που πρόσθεσε ο αρχιτέκτονάς του, William Van Alen, αλλάζοντας το αρχικό σχέδιο. Περίπου 11 μήνες μετά, το Empire State Building το ξεπέρασε, καθώς είχε ύψος 381 μέτρα.
Ο ουρανοξύστης είχε ξεφύγει από τα όρια του απλού κτιρίου, κι είχε μετατραπεί σε δήλωση οικονομικής δύναμης, τεχνολογικής υπεροχής και φιλοδοξίας.
Σύμβολο ισχύος ή σύγχρονη ανάγκη;
Για πολλές δεκαετίες, οι ουρανοξύστες παρέμεναν κυρίως σύμβολα. Μεγάλες εταιρείες και τράπεζες τους επέλεγαν για να στεγάσουν τα γραφεία τους. Το σκεπτικό ήταν απλό: όσο πιο ψηλά βρίσκεσαι, τόσο πιο ισχυρός δείχνεις.
Αυτό άλλαξε σταδιακά, όταν οι μεγαλουπόλεις άρχισαν να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες της ραγδαίας ανάπτυξης. Η γη στα μεγάλα αστικά κέντρα έγινε σπάνια και ακριβή, ο πληθυσμός εκτοξεύτηκε και η οριζόντια επέκταση συνοδευόταν από περιβαλλοντικό κόστος. Ο ουρανοξύστης μετατράπηκε από επιλογή γοήτρου σε πρακτική λύση.
Παράλληλα, άλλαξε και ο χαρακτήρας του κτιρίου. Τα σύγχρονα ψηλά κτίρια δεν φιλοξενούν πλέον μόνο γραφεία. Είναι μικρές κάθετες πόλεις με κατοικίες, ξενοδοχεία, εμπορικά καταστήματα, εστιατόρια. Η ιδέα του πύργου πολλαπλών αναπτύξεων (mixed-use tower) δεν είναι απλώς μια αρχιτεκτονική τάση, είναι η απάντηση της σύγχρονης πόλης στο πρόβλημα του χώρου.
Εμβληματικοί ουρανοξύστες στον παγκόσμιο ορίζοντα
Σήμερα, η κατασκευή ουρανοξυστών είναι παγκόσμιο φαινόμενο, και τα ψηλότερα κτίρια δεν βρίσκονται πλέον στη Νέα Υόρκη και το Σικάγο, αλλά στην Ασία και τη Μέση Ανατολή.
Το Χονγκ Κονγκ κρατάει τα σκήπτρα της πόλης με τους περισσότερους ουρανοξύστες στον κόσμο. Στο Ντουμπάι, το Burj Khalifa, με ύψος 828 μέτρα, διατηρεί τον τίτλο του ψηλότερου κτιρίου στον κόσμο από το 2010. Ακολουθούν το Merdeka 118 στη Κουάλα Λουμπούρ, με ύψος 679 μέτρα, και ο Shanghai Tower με ύψος 632 μέτρα, που αποτυπώνουν την οικονομική άνοδο της Ασίας με τον πιο ορατό τρόπο. Η μάχη όμως για την κατάκτηση των αιθέρων δεν έχει τελειώσει. Ο Jeddah Tower στη Σαουδική Αραβία αναμένεται να φτάσει τα 1.000 μέτρα σε ύψος, ενώ το BurjMubarakAl Kabir στο Κουβέιτ φιλοδοξεί να φτάσει τα 1.001 μέτρα.
Αλλά το ύψος δεν είναι πλέον το μόνο ζητούμενο. Τα ψηλά κτίρια καλούνται πια να είναι και βιώσιμα. Ο βιοκλιματικός σχεδιασμός, οι πράσινες προσόψεις, τα συστήματα εξοικονόμησης ενέργειας και οι έξυπνες τεχνολογίες μετατρέπουν σταδιακά τους ουρανοξύστες σε πρότυπα αστικής βιωσιμότητας.
Ουρανοξύστες στην ελληνική πραγματικότητα
Στην Ελλάδα, η κατακόρυφη ανάπτυξη εκφράστηκε κυρίως μέσα από την αθηναϊκή πολυκατοικία. Οι αυστηροί πολεοδομικοί περιορισμοί δεν επέτρεψαν την ανάπτυξη ψηλών κτιρίων. Μια σύντομη εξαίρεση αποτέλεσε ένας νόμος του 1968, που χαλάρωσε προσωρινά τα όρια και οδήγησε στα λιγοστά ψηλά κτίρια που υπάρχουν ακόμα και σήμερα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Πύργος των Αθηνών, το ψηλότερο κτίριο της χώρας, με ύψος 103 μέτρα, που στεγάζει γραφεία και επιχειρήσεις. Ο Πύργος του Πειραιά και ο Πύργος Απόλλων ξεχωρίζουν επίσης στον αττικό ορίζοντα. Ο Πύργος Απόλλων αποτελεί το ψηλότερο οικιστικό κτίριο στην Ελλάδα, γνωστό και για τον κρυφό του 13ο όροφο, αποτέλεσμα της δεισιδαιμονίας των πρώτων του ενοίκων.
Ωστόσο, το μέλλον κινείται προς νέα κατεύθυνση. Ο Riviera Tower στο Ελληνικό φιλοδοξεί να αλλάξει τα δεδομένα. Με ύψος 200 μέτρα και περίπου 50 ορόφους, θα είναι ο πρώτος πράσινος οικιστικός ουρανοξύστης της χώρας. Οι 173 κατοικίες του, με πανοραμική θέα στην Αθηναϊκή Ριβιέρα, την Ακρόπολη και το Σούνιο, ενσωματώνουν αρχές βιοφιλικού σχεδιασμού και σηματοδοτούν μια νέα εποχή για την αστική ανάπτυξη στην Ελλάδα.
Πρόκειται για ένα έργο που επιβεβαιώνει ότι στη LAMDA Development είμαστε έτοιμοι για το επόμενο βήμα, γιατί γνωρίζουμε ότι σημασία δεν έχει μόνο να φτάνουμε πιο ψηλά, αλλά να ζούμε καλύτερα μέσα στις πόλεις μας.